Τα Ηφαίστεια - Ανδρέας Κάλβος


α΄

Χλωρά, μοσχοβολούντανησία του Αιγαίου πελάγους,ευτυχισμένα χώματαόπου η χαρά κι η ειρήνη5πάντα εκατοίκουν.

β΄

Τί τα θαυμάσια εγίνηκανκοράσια σας οπ’ είχανψυχήν σαν φλόγα, χείλησαν δροσισμένα ρόδα,10λαιμόν σαν γάλα;

γ΄

Στα πλούσια περιβόλια σαςβασιλικός και κρίνοιματαίως ανθίζουν· έρημα,ούτ’ ένα χέρι ευρίσκεται15να τα ποτίζει.

δ΄

Τα δάση, τα λαγκάδια σας,όπου οι φωναί αντιβόουντων κυνηγών, σιωπώσι·σκύλοι εκεί τώρα αδέσποτοι20μόνον βαϋίζουν.

ε΄

Ελεύθερα, αχαλίνωταμέσα εις τ’ αμπέλια τρέχουντ’ άλογα, και εις την ράχην τουςτο πνεύμα των ανέμων25κάθεται μόνον.

ς΄

Εις τον αιγιαλόναπό τα ουράνια σύγνεφααφόβως καταβαίνουνκραυγάζοντες οι γλάροι30και τα γεράκια.

ζ΄

Βαθιά εις τον άμμον βλέπωχαραγμένα πατήματαζώντων παιδιών και ανθρώπων·όμως πού είναι οι άνθρωποι,35πού τα παιδία;

η΄

Φρικτόν θλιβερόν θέαματριγύρω μου εξανοίγω·ποίων είναι τα σώματαπου πλέουσ’ εις το κύμα;40ποίων τα κεφάλια;

θ΄

Αυγεριναί του ηλίουακτίνες τί προβαίνετε;τάχα αγαπάει να βλέπειέργα ληστών το μάτι45των ουρανίων;

ι΄

Δημιουργέ του κόσμου,πατέρα των αθλίωνθνητών, αν συ του γένους μαςόλου ζητείς τον θάνατον,50αν συ το θέλεις·

ια΄

Τα γόνατά μου εμπρός σου,νά, πέφτουν· το υπερήφανονκεφάλι μου, που αντίκρυτων βασιλέων υψώνετο,55την γην εγγίζει.

ιβ΄

Ιδού ευλαβείς οι Έλληνεςσκύπτουσιν όλοι· πρόσταξε,κι επάνω μας ας πέσωσινοι φλόγες της οργής σου60αν συ το θέλεις.

ιγ΄

Πλην πολυέλεος είσαι,και βοηθόν σε κράζω…Βλέπω, βλέπω εις την θάλασσανπετώμενον τον στόλον65αγρίων βαρβάρων.

ιδ΄

Κοίταξε πώς ο ήλιοςχρυσώνει τα πανιά των·κοίταξε πώς το πέλαγοςαπό σπαθιών ακτίνας70τρέμον αστράπτει.

ιε΄

Από τας πρύμνας χύνεταιγεμίζων τον αέρακρότος μυρίων κυμβάλων,και μέσα από τον θόρυβον75ψάλματα εκβαίνουν·

ις΄

«—Στάζουσι τα μαχαίρια μαςαπό το αίμα ακάθαρτοντων χριστιανών· πριν πήξει,ελάτε, ελάτε εις νέον80αίμα ας τα πλύνομεν.

ιζ΄

Ελάτε να ζεστάσομεντα χέρια μας στα σπλάχναόσων θυσίας προσφέρουσινεις τον σταυρόν και σέβονται85αγίων εικόνας.

ιη΄

Ελάτε, ελάτε, ο κόποςαν μας καταδαμάσει,επί σορούς σφαγμένωνκαθίζοντας, ανάπαυσιν90θέλομεν εύρει.

ιθ΄

Τα ρόδα της Ελλάδοςεις τ’ αίμα της βαμμέναθέλει φανούν τερπνότατονδώρον των γυναικών μας,95κι έργον ηρώων.»

κ΄

Σκληρά, δειλά αναθρέμματατης ποταπής Ασίας,έργον ηρώων, ναι, βέβαια,ποίος το αμφιβάλλει, υπάρχει100το τρόπαιόν σας.

κα΄

Έργον ηρώων, αν σφάξητεαδύνατα παιδία·έργον ηρώων, αν πνίξητετας τρυφεράς γυναίκας105και τα γερόντια.

κβ΄

Ιδού κι άλλα νησίατην λύσσαν σας προσμένουσι·πόλεις ιδού και αλίκτυποςξηρά κατοικημένη110απ’ έθνη αθώα.

κγ΄

Διά σας ηρώων κοπάδια,δεν φθάνει η Χίος, η Κύπρος·των Κυδωνίων δεν φθάνουσιντης Κάσου και της Κρήτης115οι κατοικίαι.

κδ΄

Άμετε, μην αφήσετεζώντα κανένα· απ’ αίματα αιγαία νερά βαμμένακύματ’ ας έχουν γέμοντα120από σφαγάδια.

κε΄

Ω Έλληνες, ω θείαιψυχαί, που εις τους μεγάλουςκινδύνους φανερώνετεακάμαντον ενέργειαν125και υψηλήν φύσιν!

κς΄

Πώς από σας καμίαδεν τρέχει τώρα; πώςκει μέσα εις τα πλεόμεναδεν ρίχνεσθε καράβια130των πολεμίων;

κζ΄

Πώς, πώς της ταλαιπώρουπατρίδος δεν πασχίζετενα σώσητε τον στέφανοναπό τα χέρια ανόσια135ληστών τοσούτων;

κη΄

Είναι πολλά τα πλήθη τωνκαι φοβερά εις την όψιν,αλλ’ ένας Έλλην δύναται,ένας άνδρας γενναίος140να τα σκορπίσει.

κθ΄

Όποιος την δάφνην θέλειαθάνατον της δόξης,όποιος δάκρυα διά τ’ έθνος τουέχει, διά δε την μάχην145νουν και καρδίαν·

λ΄

Ας έκβει αυτός. —Νά, βλέπωταχείαι, ως τ’ απλωμέναπτερά των γερανών,έρχονται δύο κατάμαυροι150τρομεραί πρώραι.

λα΄

Παύει ωστόσον ο κρότοςτων μουσικών οργάνων·τ’ αγαρηνά τραγούδιαπαύουν και τα υπερήφανα155βλάσφημα μέτρα.

λβ΄

Μόνον ακούω το φύσηματου ανέμου οπού περνώνταςεις τα κατάρτια ανάμεσακαι εις τα σχοινία σχισμένος160βιαίως σφυρίζει.

λγ΄

Μόνον ακούω την θάλασσανπου ωσάν μέγα ποτάμιανάμεσα εις τους βράχουςκτυπώντας μυρμυρίζει165γύρω εις τα σκάφη.

λδ΄

Νά οι κραυγαί και ο φόβος,νά η ταραχή και η σύγχυσιςαπό παντού σηκώνονται,και απλώνουν πολυάριθμα170πανία να φύγουν.

λε΄

Στενόν, στενόν το πέλαγοςο τρόμος κάμνει· πέφτειένα καράβι επάνωεις τ’ άλλο και συντρίβονται·175πνίγονται οι ναύται.

λς΄

Ω! πώς από τα μάτια μουταχέως εχάθη ο στόλος·πλέον δεν ξανοίγω τώραπαρά καπνούς και φλόγας180ουρανομήκεις.

λζ΄

Έξω από την θαλάσσιονπυρκαϊάν νικήτριαιιδού πάλιν εκβαίνουνσωσμέναι οι δύο κατάμαυροι185θαυμάσιαι πρώραι.

λη΄

Πετάουν, απομακρύνονται·στο διάστημα του αέροςχωσμέναι γίνονται άφαντοι·—διαβαίνουσαι επαιάνιζον,190κι ήκουεν ο κόσμος.

λθ΄

Κανάρι! —και τα σπήλαιατης γης εβόουν, Κανάρι.—Και των αιώνων τα όργαναίσως θέλει αντηχήσουν195πάντα Κανάρι.


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Νικόλαος Βότσης

Σε κλαίει ο λαός - Κωστής Παλαμάς

Μοιρολόι της Παναγίας